Πως γίνεται η Κλινική Εξέταση;

Κατά τη διάρκεια της συνεδρίας ο γιατρός λαμβάνει το ιστορικό και καθορίζει τη φύση των συμπτωμάτων, μέσω μιας σειράς ερωτήσεων που θέτει στον ασθενή με σκοπό να διασαφήσει πολλές σημαντικές λεπτομέρειες. Λαμβάνεται επίσης ένα προσωπικό ιστορικό υγείας και ένα σύντομο οικογενειακό ιστορικό.

Μετά εξετάζεται κλινικά η κοιλιά προκειμένου να εντοπιστεί τυχόν κοιλιακός μετεωρισμός, διογκωμένα όργανα ή αδένες, ή κοιλιακές ψηλαφητές μάζες.

Ο Καρκίνος του Ορθού εντοπίζεται συχνά με την κλινική εξέταση. Γι’ αυτό ο γιατρός εξετάζει τον ορθό με τρεις τρόπους: με τη χρήση του δακτύλου (δακτυλική εξέταση), με πρωκτοσπόπηση (εξέταση του πρωκτού με ένα κοίλο τηλεσκόπιο, το οποίο εντοπίζει αιμορροΐδες κτλ.) και με άκαμπτη Σιγμοειδοσκόπηση.

Η άκαμπτη Σιγμοειδοσπόπηση γίνεται με ένα όργανο μήκους 20 εκατοστών και συνδέεται με μια πηγή φωτός και με έναν φυσητήρα. Το όργανο αυτό επιτρέπει την εξέταση του μεγαλύτερου μέρους του ορθοσιγμοειδούς.

Καμία από τις παραπάνω εξετάσεις δεν είναι ιδιαιτέρως επώδυνη, αν και μπορεί να υπάρξει κάποια ενόχληση, εξαιτίας της παρουσίας ερεθισμένου ή τραυματισμένου πρωκτού / ορθού.

Η σημαντικότητα αυτών των εξετάσεων για τη διαμόρφωση μιας σωστής κλινικής εικόνας είναι παραπάνω από κρίσιμη, γι’ αυτό θα πρέπει ο ασθενής να ξεπερνά τους ενδοιασμούς ή την αμηχανία που δημιουργεί η υποβολή σε κάποια από τις παραπάνω εξετάσεις,

Ποιά είναι τα στάδια της διερεύνησης;

Πολλά από τα συμπτώματα που οδηγούν τον ασθενή στον γιατρό, προκειμένου να αποκλείσει τον καρκίνο του ορθού, προκαλούνται από απλές καλοήθεις παθήσεις. Στις περισσότερες των περιπτώσεων το αποτέλεσμα της συνεδρίας είναι ο καθησυχασμός και οι απλές οδηγίες συνοδευόμενες από μια συνταγή.

Σε άλλες περιπτώσεις, ο γιατρός θα προτιμήσει να προχωρήσει σε περαιτέρω εξετάσεις.

Οι ενδεικνυόμενες εξετάσεις είναι οι παρακάτω:

α. Κολονοσκόπηση

Αυτή η εξέταση θεωρείται “χρυσό πρότυπο” για το κόλον και τον πρωκτό.

Επιτρέπει εξαιρετική θέαση του εσωτερικού του εντέρου, και πιο συγκεκριμένα του βλεννογόνου, ενώ παρέχεται η δυνατότητα λήψης φωτογραφιών, και το σημαντικότερο λαμβάνονται βιοψίες από ύποπτες περιοχές. Επίσης, η κολονοσκόπηση παρέχει τη δυνατότητα αφαίρεσης των πολύποδων. Η διαδικασία αυτή ονομάζεται «πολυπεκτομή” και επιτυγχάνεται με τη χρήση ενός χειρουργικού εργαλείου το οποίο φέρει ηλεκτρικό ρεύμα.

Η κολονοσκόπηση πραγματοποιείται με το κολονοσκόπιο, το οποίο είναι ένα ευλύγιστο εργαλείο που αποτελείται από απτικές ίνες. Οι ελαστικές γυάλινες ίνες διαβιβάζουν φως και εικόνες, οι οποίες καταγράφονται σε ψηφιακό βίντεο.

Δεν χρειάζεται να γίνει ολική αναισθησία, παρά μόνο μέθη και αναλγησία. Πρόκειται για εξέταση ρουτίνας, πράγμα που σημαίνει ότι ο εξεταζόμενος δεν χρειάζεται να νοσηλευτεί.
Η κολονοσκόπηση, ωστόσο, είναι σχετικά παρεμβατική για δύο λόγους:

Πρώτον, χρειάζεται “πλήρης προετοιμασία του εντέρου”, με πολύ προσεχτικό καθαρισμό του κόλον με ισχυρά καθαρτικά, μία ημέρα πριν από την εξέταση.
Κάποιοι ηλικιωμένοι ή αδύναμοι ασθενείς μπορεί να μην είναι κατάλληλοι για αυτή την εντατική θεραπεία.

Δεύτερον, η κολονοσκόπηση έχει μικρό αλλά πραγματικό κίνδυνο επιπλοκών. Το έντερο μπορεί να υποστεί διάτρηση, ειδικά κατά τη διάρκεια της πολυπεκτομής ή στην περίπτωση που το έντερο έχει εκκολπώματα . Σε περίπτωση που συμβεί αυτό γίνεται επείγουσα εγχείρηση, η οποία έχει συνήθως καλά αποτελέσματα.

Μετά την πολυπεκτομή ή στην περίπτωση που ο ασθενής λαμβάνει αντιπηκτικά φάρμακα, τα οποία «λεπταίνουν» το αίμα, μπορεί να παρουσιαστεί αιμορραγία. Στις περισσότερες των περιπτώσεων η αιμορραγία μπορεί να ελεγχθεί συντηρητικά, χωρίς να αποκλείεται το ενδεχόμενο εγχείρισης.

Αντιδράσεις στα φάρμακα της νάρκωσης/αναλγησίας μπορεί να συμβούν σπάνια, ωστόσο η εξέταση γίνεται πάντα υπό τον έλεγχο του σφυγμού και της αναπνοής. Οι παραπάνω κίνδυνοι είναι εξαιρετικά σπάνιοι, καθώς συμβαίνουν συνήθως σε αναλογία από 1:500 -1:1,000, Για το λόγο αυτό η κολονοσκόπηση είναι μια εξέταση κατά 99.8% ασφαλής.

β. Σιγμοειδοσκόπηση με ευλύγιστο σιγμοειδοσκόπιο

Αυτή η εξέταση είναι παρόμοια με την κολονοσκόπηση, αλλά υπάρχουν δύο κύριες διαφορές. Καθώς η σιγμοειδοσκόπηση εξετάζει μόνο την αριστερή μεριά του κόλον, δεν χρειάζεται να γίνει πλήρης προετοιμασία του εντέρου και υπάρχει πολύ μικρότερος κίνδυνος επιπλοκών.

Επιλέγεται στην περίπτωση που ο γιατρός εντοπίζει υποθετικά το πρόβλημα στην αριστερή πλευρά του κόλον.

γ. Βαριούχος υποκλυσμός

Μετά το κλύσμα με βάριο γίνεται λήψη ακτινογραφιών.

Παρέχει επαρκώς καλές εικόνες του κόλον, αλλά δεν είναι και τόσο καλή για τον πρωκτό. Γι’ αυτό θα πρέπει να συμπληρωθεί με άκαμπτη ή ευλύγιστη σιγμοειδοσκόπηση. Απαιτείται “πλήρης προετοιμασία του εντέρου” όπως και στην κολονοσκόπηση. Το κύριο μειονέκτημα αυτής της εξέτασης είναι ότι δεν παρέχει τη δυνατότητα για ταυτόγχρονη βιοψία ή πολυπεκτομή σε περίπτωση που χρειαστεί.

δ. Αξονική τομογραφία

Η αξονική τομογραφία είναι μια ευρέως χρησιμοποιούμενη μέθοδος απεικόνισης όλου του σώματος και της κοιλιακής χώρας, η οποία δίνει εξαιρετικές εικόνες των συμπαγών οργάνων και κατασκευών. Δεν είναι, ωστόσο, καλή στην απεικόνιση οργάνων, όπως είναι το έντερο που περιέχει αέρα,. Για το λόγο αυτό δεν αποτελεί την πρώτη εξέταση για εντερικά προβλήματα. Εντούτοις, όταν εντοπίζεται καρκίνος, η αξονική τομογραφία είναι βασική για να προσδιορίσει το στάδιο της συγκεκριμένης πάθησης και το πόσο προχωρημένος είναι ο καρκίνος.

ε. Αξονική Κολονογραφία “Εικονική Κολονοσκόπηση”

Προσφάτως, η αξονική τομογραφία ενισχύθηκε με τεχνολογία εικονικής πραγματικότητας, με αποτέλεσμα να μπορεί να παράγει αναδομημένες «πραγματικές» εικόνες του εντέρου, οι οποίες είναι αρκετά ακριβείς.

Αυτή η τεχνολογία εξελίσσεται με πολύ γρήγορους ρυθμούς και πιθανολογείται ότι σε λίγα χρόνια η αξονική κολονογραφία θα αντικαταστήσει μια πληθώρα κολονοσκοπήσεων.

Το κύριο πλεονέκτημα που θα προκύψει από αυτό θα είναι η αποφυγή των κινδύνων της κολονοσκόπησης.

στ. Μαγνητική Τομογραφία

Η Μαγνητική Τομογραφία παρέχει εικόνες που είναι συγκρίσιμες με αυτές που παρέχει η Αξονική Τομογραφία. Η Μαγνητική Τομογραφία, ωστόσο, απεικονίζει καλύτερα τον πρωκτό και χρησιμοποιείται για να οριστεί το στάδιο, όταν εντοπίζεται Καρκίνος του Πρωκτού.

ζ. Εργαστηριακοί Έλεγχοι
Για τον εντοπισμό του Καρκίνου του Ορθού χρειάζεται να γίνουν αρκετές αιματολογικές εξετάσεις.

Οι βασικές είναι οι εξής:

  • Γενική αίματος, για να ελεγχθεί η αναιμία
  • Βιοχημικές, για να ελεγχθεί η λειτουργία όλων των οργάνων του σώματος τα οποία μπορεί να έχουν επηρεαστεί από τον προχωρημένο καρκίνο
  • Καρκινικοί Δείκτες (CEA, CA 19-9,PSA, CA 125), οι οποίοι δείχνουν αν υπάρχει καρκίνος στο σώμα

Η εξέταση των κοπράνων μπορεί να εντοπίσει υποκρυπτόμενη αιμορραγία του εντέρου. (Faecal Occult Blood).